Γύρω-γύρω και πάλι από την αρχή

Θυμάμαι συχνά μια συνέντευξη του συχωρεμένου Μ. Έβερτ σχετικά με το μέγα πρόβλημα της οικονομίας της χώρας μας.

Είχε πει πως:

– «η Ελλάδα ως χώρα επέζησε της εμπλοκής σε δυο παγκόσμιους πολέμους, της Μικρασιατικής καταστροφής και από ένα καταστροφικό εμφύλιο, χάρη στη παραοικονομία! Επειδή είναι σχεδόν αδύνατο να συλληφθεί ο μικρός που φορο-διαφεύγει και επειδή το κόστος θα ήταν πολλαπλάσιο του κέρδους, το κράτος θα πρέπει να ασχολείται με κάτι ποιο εύκολο και σίγουρο, με τους μεγάλους που είναι λιγότεροι και αποκρύπτουν μεγάλα ποσά, αυτό κάνουν λοιπόν οι έλεγχοι».

Διαφορετικά θα χρειαζόταν το κράτος ένα τίμιο ελεγκτή για κάθε ελεγχόμενο λέω εγώ.

Καλά ακούγονται αυτά, αλλά ποτέ δεν ήταν έτσι. Μακάρι να ήταν όμως.

Οι μεγάλοι είχαν όλα τα μέσα να γλυτώνουν από τους σοβαρούς ελέγχους και οι μικροί ήταν πάντα ανυπεράσπιστοι και δίχως γνώση στις αυθαιρεσίες και στη διαφθορά των δημόσιων ελεγκτών.

Πρώτα το κράτος μας δια των δημοσίων υπαλλήλων – εφοριακών με αδίκησε πριν από πολλά χρόνια και με έκλεψε δυο συνεχόμενες χρονιές. Κι ως γνωστό: -«όποιος καεί στο χυλό, φυσάει και το γιαούρτι». Βασικό λοιπόν για την ύπαρξη ενός κράτους είναι η δικαιοσύνη, και επειδή το δίκαιο είναι αστικό, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο αδύναμος πολίτης είναι , αδύναμος πραγματικά αν η δικαιοσύνη αργεί να αποδοθεί κι αν οι δημόσιοι υπάλληλοι αν και ποιο καλά προστατευμένοι από το νόμο, εργάζονται τόσο αποδοτικά με το τρόπο που εργάζονται και που τους έχουν προγραμματίσει.

Να πάρουμε λιγάκι από την αρχή το θέμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας;

Κάθε νέος θα προσπαθήσει αρχικά να βρει εργασία, θα προσπαθήσει στη συνέχεια να βάλει ένα ποσό στην άκρη για να κάνει κάτι δικό του, να μην εργάζεται μια ζωή ως υπάλληλος σε κάθε εργοδότη.

Εγώ έτσι ξεκίνησα το 1967, εργάστηκα 13 χρόνια ως υπάλληλος, έβαλα χρήματα στην άκρη εφόσον έμενα με τους γονείς μου και έτρωγα μαζί τους. Άρχισα με 240 δραχμές (1967) και έφυγα με 12.000 δραχμές το μήνα (1975 μισθός τεχνίτη). Σήμερα με βασικό μισθό κάτω από 500€ προκοπή δεν γίνεται, με τίποτα!

Αν θυμάστε καλά, εγώ το θυμάμαι, πριν πέσουμε με τα μούτρα στη κρίση, μόνο οι συνταξιούχοι και οι εργαζόμενοι πλήρωναν το μεγαλύτερο μέρος των φόρων! Όπως πάντα, όπως και σήμερα. Αυτό δείχνουν τα επίσημα στοιχεία της εφορίας. Δεν το λέω μόνον εγώ.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, με τις μικρές – ατομικές επιχειρήσεις οι περισσότεροι, με το ζόρι κάλυπταν τα έξοδα και τις εισφορές τους, σύμφωνα πάντα με τις φορολογικές δηλώσεις τους. Άλλο τώρα τι γινόταν πρακτικά.

Αν όλα ήταν τίμια, ειλικρινή, ιδανικά, ένα κράτος με τα δικά μας δεδομένα παραγωγής , θα έπρεπε να δίνει εργασία στους νέους είτε τοποθετώντας τους σε δημόσιες θέσεις, είτε δίνοντας ευκαιρίες, όχι προστασία όμως, σε κάθε είδους ατομικές επιχειρήσεις.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα πάντα ήταν στο απυρόβλητο, σχεδόν. Αλλά στα πλαίσια του διεθνούς ανταγωνισμού πραγματικά χρειάζονται και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Μόνο που εδώ σχεδόν οι περισσότερες δανείζονταν χρήματα από ένα κράτος που δεν είχε  και έτσι έδινε θαλασσοδάνεια βάζοντας χέρι στα τίμια αποθεματικά των  ταμείων των εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες τους πλήρωναν εισφορές για κανονικούς μισθούς, δώρα εορτών και επίδομα άδειας. Μερικοί πλήρωναν και κάτι ψηλά παραπάνω μαύρα. Τα χρήματα αυτά, (οι εισφορές δώρα εορτών και επιδόματα άδειας),  πήγανε έναντι του χρέους, κόπηκαν! Πήγανε όμως και οι περικοπές στις συντάξιμες αποδοχές του μηνός.

Στη πράξη ήταν ένα ακόμη  αναγκαστικό δάνειο εσωτερικό.

Τώρα, κάποιοι ξυπνήσανε και λένε πως ήταν λάθος το μεγάλο κράτος που ήταν όμως μάλλον αναγκαστικές πολιτικές επιλογές μονοκομματικών κυρίως κυβερνήσεων (για επανεκλογή φυσικά). Θέλουν λοιπόν λιγότερο κράτος για να ανακάμψει η οικονομία. Μα ήδη μας λείπουν εργαζόμενοι σε πολλούς κρίσιμους δημόσιους τομείς!

Αλήθεια; και τόσο κόσμο που θα τους απασχολούσαν; όταν οι χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις φυτοζωούσαν, σύμφωνα με τις φορολογικές τους δηλώσεις και τους διεφθαρμένους ελέγχους; Τι πραγματικά γινόταν; Ωστόσο υπήρξε εποχή που αν έλεγες θέλω εργασία, έβρισκες άμεσα. Οι παχιές αγελάδες όμως ψόφησαν.

Σήμερα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα έχουμε 1.500.000 άνεργους, ή 1.500.000 κακοπληρωμένους είλωτες!

Τώρα κάποιοι φωνάζουν πως η χώρα μας χρειάζεται και λιγότερους φόρους! Σίγουρα οι φόροι πρέπει να μειωθούν, γιατί ποιος ανόητος θα έρθει ακόμη κι αν έχει κάποιο μικρό ποσό στην άκρη να κάνει ξεκίνημα με μια επιχείρηση στη χώρα μας όταν οι φόροι στη γειτονιά είναι μισοί;

Τώρα φωνάζουν μερικοί, ονόματα δεν λέω, να μειωθούν λένε πρέπει άμεσα και οι εισφορές. Οι εισφορές υπέρ τίνος; Των εργαζομένων ή των εργοδοτών; Ή όλων; Και οι συντάξεις από που θα βγαίνουν; Ας ξεχάσουμε πως μετά τα 50 δεν σε χρειάζεται κανείς!

Ας ξεχάσουμε πως ως λαός λιγοστεύουμε, πως οι νέοι φεύγουν, πως το εργατικό δυναμικό θα εξαφανισθεί, όπως οι εργάτες της οικοδομής.

Οι μισθοί λένε είναι μεγάλοι και πρέπει να μειωθούν! Αλήθεια; μα τώρα είμαστε σοβαροί; έχει κάνει κανείς από αυτούς μια πρόσθεση να δει πόσα χρειάζεται για να μη πεθάνει ένας νέος υπάλληλος πωλητής;

Στο σύνολο το δημόσιο χρέος δεν βγαίνει με τίποτα, απλά μετατίθεται και μεγαλώνει. Αυτό δείχνουν τα νούμερα.

Η αλήθεια είναι πως είμαστε βαθειά χρεοκοπημένη χώρα και πως όσο ποιο πολύ στεγνώνει η οικονομία, τόσο ποιο πολύ η παραοικονομία θα γίνεται η μοναδική πυγή επιβίωσης του λαού που είναι ο βασικός μέτοχος του κράτους. Αλλοίμονο αν τώρα σταματήσει και η παραοικονομία των μικρών ασφαλώς. Γιατί οι μεγάλοι δεν έχουν πρόβλημα, αντέχουν. Οι μεσαία τάξη, οι συνταξιούχοι, και η εργατική τάξη έχουν στραπατσαριστεί πολύ άσχημα.

Ελλάδα δίχως έλληνες θέλουν; γιατί όλα προς τα εκεί δείχνουν.

Κράτος άδικο και δίχως πολίτες θέλουν; Άδικο ήταν και είναι αφού το δίκαιο είναι αστικό και είναι πάντα με το μέρος του. Μένει να απομείνει και δίχως πολίτες.

Ένας αγανακτισμένος περαστικός στην αγορά είχε πει κάποτε πως:

-«το κακό με την Ελλάδα είναι όλοι θέλουν να τη σώσουν. Δεν την αφήνουν να πάει στο δια….. για να ησυχάσουμε»!

 Και μια άλλη φορά ταξιτζήδες είχαν τυπώσει σε κίτρινα μπλουζάκια που τα φόραγαν το εξής:

-«ψήφο σε κανένα π…., μπάχαλο τα κάνουμε και μόνοι μας»!

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να έχουμε κάποια στιγμή ένα κράτος που δεν χρωστά σε κανένα π…… αλλά οι πολίτες που του απόμειναν δεν θα έχουν να φάνε.

Η υπόθεση μου θυμίζει μια παρτίδα σκάκι όπου μετά από αλόγιστη σπατάλη και θυσία πιονιών έχει απομείνει στη σκακιέρα ένας έρημος μαύρος βασιλιάς και δίπλα του ένα πιόνι. Και από την άλλη; ένας πάνοπλος λευκός αντίπαλος που είναι οι δανειστές. Τον μαύρο δεν τον σώζει πλέον καμιά παραοικονομία δυνάμεων, όσο κι αν κρύβεται πίσω από το πιόνι.

Ήμουν φωτογράφος και έλπιζα πως θα μπορώ μέχρι να τα κλείσω να τραβώ φωτογραφίες. Με όλα αυτά δεν υπάρχει σκέψη, ή διάθεση για φωτογραφίες.

Τη σύνταξη αλλιώς την είχα υπολογίσει, τα έξοδα δεν μειώθηκαν σε σχέση με τις μειώσεις, τα τρόφιμα συνεχώς ακριβαίνουν και τα βάρη στις συσκευασίες μειώνονται.

Γύρω – γύρω όλα και πουθενά δεν υπάρχει έξοδος.

Υποτίθεται πως όλα πρέπει θα πάνε καλά από εδώ και πέρα μετά τα μνημόνια, μα, τα νούμερα δείχνουν πως το χρέος μεγαλώνει. Ο λαός δείχνει υπομονή και σοφία, αλλά η πείρα λέει πως αν θυσιάσεις όλα τα πιόνια για να σώσεις το βασιλιά σου, ο βασιλιάς είναι χαμένος έτσι κι αλλιώς.

Βασιλιάς είναι το κράτος, και εμείς τα πιόνια του.

Αλλά δεν είναι πλέον παιχνίδι αυτό.

Το αυγό του φιδιού το διακρίνετε;

Γιάννης Γλυνός

11 Νοέμβρη 2018

Advertisements